Δεν αρκεί να το νιώθει ο γονέας ότι αγαπάει το παιδί του. Χρειάζεται να ξέρει και να το επικοινωνεί.

 

Γράφει η Βέρα Πρατικάκη, ψυχοθεραπεύτρια.

 

Το να μεγαλώνει κανείς συναισθηματικά υγιή παιδιά δεν είναι εύκολη υπόθεση και πολύ συχνά ένα σημαντικό εμπόδιο είναι η δυσκολία του γονέα να εκφράσει και να εκδηλώσει με τον κατάλληλο τρόπο την αγάπη του για το παιδί του. Δεν αρκεί μόνο να το νιώθει ο γονέας ότι αγαπάει το παιδί του. Χρειάζεται να ξέρει και να το επικοινωνεί. Μόνο έτσι μπορεί να το νιώσει και το παιδί. Πολλοί γονείς θεωρούν δεδομένο ότι τα παιδιά τους ξέρουν ότι τα αγαπούν, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι έτσι.

 

 

Η αγάπη είναι για το παιδί σαν την βενζίνη για το αυτοκίνητο. Κάθε παιδί έχει ένα ντεπόζιτο και χρειάζεται την ‘βενζίνη’ του για να μπορέσει αντλήσει την κινητήρια δύναμή του από εκεί. Δυστυχώς όμως συχνά δίνεται δυσανάλογη έμφαση στην κάλυψη των υλικών αναγκών και παραμελούνται οι συναισθηματικές, παρόλο που είναι εξαιρετικά σημαντικές και αυτές. Ένας άνθρωπος που δεν έχει καλύψει τις συναισθηματικές του ανάγκες βγαίνει στην ζωή πολύ ευάλωτος. Το ντεπόζιτό του είναι άδειο από βενζίνη. Ένα παιδί που ξέρει ότι το αγαπούν και μπορεί να το νιώσει, αφού το βιώνει καθημερινά, θα γίνει αργότερα ένας ώριμος ενήλικας με υγιή αυτοπεποίθηση, αίσθηση ότι είναι ικανός να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες που θα προκύψουν και ότι μπορεί και αξίζει να αγαπηθεί για αυτό που είναι. Επίσης, αν η αγάπη επικοινωνείται με τον κατάλληλο τρόπο μέσα στην οικογένεια όσο το παιδί μεγαλώνει, τότε οι οικογενειακές σχέσεις ισχυροποιούνται και είναι πιο ευχάριστες και χαλαρές, απαλλαγμένες από έντονα και συχνά προβλήματα συμπεριφοράς.

Η αγάπη όμως χρειάζεται να είναι ανευ όρων. Δηλαδή το παιδί έχει ανάγκη να νιώσει ότι το αγαπούν για αυτό που είναι και όχι για αυτό που κάνει. Έχει ανάγκη επίσης να νιώσει ότι το αγαπούν ανεξάρτητα από το οτιδήποτε. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο γονέας δεν μπορεί να θυμώσει με το παιδί του ή να του εκφράσει την αποδοκιμασία του για κάτι. Κάθε άλλο. Αρκεί να μην συνδέει τον θυμό με την αγάπη. Αν δεν εγκρίνουμε μια συμπεριφορά το επικοινωνούμε χωρίς να απορρίπτουμε την προσωπικότητα του παιδιού. Αποφεύγουμε τις ταμπέλες και τις προσβολές και φυσικά αποφεύγουμε την σωματική βία. Απλώς εξηγούμε πως η συγκεκριμένη συμπεριφορά δεν μας αρέσει γι’ αυτόν και γι’ αυτόν τον λόγο. Έτσι σεβόμαστε το παιδί και την προσωπικότητά του, ενώ ταυτόχρονα θέτουμε και κάποια όρια.

Ο Gary Chapman, ψυχολόγος των ΗΠΑ, μιλάει για τις ‘5 γλώσσες της αγάπης’. Εξηγεί πως κάθε παιδί έχει μια κύρια γλώσσα αγάπης: δηλαδή έναν τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται καλύτερα την αγάπη. Ωφελείται όμως και με τους 5 τρόπους. Επομένως οι γονείς χρειάζεται να ‘μιλούν’ στο παιδί τους και με τις 5 γλώσσες αγάπης δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση σε αυτήν που αντιμβάνεται καλύτερα το παιδί τους.

 

Ποιες είναι όμως αυτές οι γλώσσες; Ο Chapman εξηγεί ότι είναι οι εξής:

(α) Η σωματική επαφή, δηλαδή αγκαλιές, φιλιά, χάδια κλπ:

 Ειδικά τα νήπια χρειάζονται συχνή σωματική επαφή καθημερινά, αλλά και σε κάθε ηλικία το παιδί έχει ανάγκη από σωματική επαφή. Αυτό που μπορεί να αλλάξει είναι ο τρόπος. Καθώς τα παιδιά γίνονται έφηβοι συχνά αποφεύγουν τις πολλές αγκαλιές και προτιμούν ένα τρυφερό χάδι στην πλάτη, ένα σύντομο μασάζ ή κάτι άλλο με κάποιον παρόμοιο διακριτικό τρόπο. Όπως λέει και η Virginia Satir (έτσι όπως παρατίθεται στο Jones-Smith, 2014, σελ 310), 'Χρειαζόμαστε τέσσερις αγκαλιές την ημέρα για να επιβιώσουμε,
 οκτώ για να συντηρηθούμε και δώδεκα για να αναπτυχθούμε''.

(β) Τα λόγια επιβεβαίωσης:

Τα λόγια έχουν εξαιρετική δύναμη. Ένα απλό ‘σε αγαπώ’ σε μια αυθόρμητη στιγμή ή ένα σημειωματάκι που θα βρει το παιδί στο κολατσιό του είναι εξαιρετικά σημαντικά. Το βασικό όμως είναι να εκφράζονται αυθόρμητα. Δηλαδή να μην εξαρτώνται από προϋποθέσεις. Για παράδειγμα, να μην πει ο γονέας: Σ’ αγαπώ. Μπορείς να μου κάνεις αυτή τη χάρη;’ ή ‘Σ’αγαπώ, αλλά....’. Τα ‘σε αγαπώ’ δεν πρέπει να νοθεύονται.

Επίσης, η ενθάρρυνση είναι πολύτιμη για να αναπτύξει το παιδί την αυτοπεποίθησή του. Όταν όμως είναι δικαιολογημένη. Τα παιδιά ξέρουν πότε αξίζουν κάποιο σχόλιο επιβράβευσης και πότε είναι ψεύτικο, γι’ αυτό και χρειάζεται να το εννοούμε πραγματικά όταν το λέμε, αλλιώς αμφισβητείται η ειλικρίνειά μας και το παιδί νιώθει ανασφάλεια.

(γ) Ο ποιοτικός χρόνος:

Το μήνυμα που δίνει ο ποιοτικός χρόνος στο παιδί είναι: ‘είσαι σημαντικός. Μου αρέσει να είμαι μαζί σου’. Κάνει το παιδί να νιώθει ότι είναι το πιο σπουδαίο άτομο στον κόσμο για το γονιό του. Κάθε παιδί έχει ανάγκη να περάσει ποιοτικό χρόνο με κάθε γονέα ξεχωριστά. Ειδικά αν υπάρχουν και άλλα αδέλφια. Χρειάζεται να έχει την απερίσπαστη προσοχή του γονέα και οι δυο τους να κάνουν κάτι που τους ευχαριστεί: να διαβάζουν ένα παραμύθι, να κάνουν μια ζωγραφιά, έναν περίπατο, να βρουν ένα κοινό χόμπυ.

Ο χρόνος δεν είναι απαραίτητο να είναι πάρα πολύς. Σίγουρα υπάρχουν πολλές υποχρεώσεις και περιορισμοί, αλλά μια σωστή προτεραιοποίηση και μια καλή διαχείριση του χρόνου είναι η καλύτερη λύση.

(δ) Τα δώρα:

Τα δώρα αποτελούν σύμβολα αγάπης. Όταν όμως προσφέρονται χωρίς ανταλλάγματα. Δηλαδή αν ο γονέας έχει τάξει κάποιο δώρο στο παιδί του για να κάνει κάτι, τότε δεν μιλάμε για δώρο, αλλά για ‘πληρωμή’. Αντίστοιχα, αν του έχει υποσχεθεί κάποιο δώρο για να κάτσει ήρεμα, τότε πάλι δεν μιλάμε για δώρο, αλλά για δωροδοκία. Όταν όμως γυρνάει μια μέρα από την δουλειά και του φέρνει ένα δώρο έτσι απλώς επειδή το είδε και σκέφτηκε ότι θα του αρέσει, τότε το δώρο έχει πραγματική αξία. Αυτό που δίνει αξία στο δώρο είναι η αγάπη και όχι το μέγεθος ή το κόστος. Η πρόθεση και η κίνηση είναι το σημαντικό.

(ε) Οι μικρές πράξεις φροντίδας:

Όταν ένας γονέας φροντίζει το παιδί του και το δείχνει με μικρές λεπτομέρειες, τότε αυτός είναι άλλος ένας τρόπος με τον οποίο το παιδί νιώθει την αγάπη του. Για παράδειγμα όταν φτιάχνει το φαγητό στο πιάτο του σαν ζωγραφιά, όταν το βοηθάει να συναρμολογήσει κάτι που θέλει, όταν του έχει φρεσκοπλυμμένα και φρεσκοσιδερωμένα τα ρούχα που θέλει να φορέσει για να πάει σε ένα κάλεσμα και ας τα είχε μόλις λερώσει, τότε το παιδί αισθάνεται σημαντικό. Και πάλι όμως το κλειδί είναι να προσέχουμε οι πράξεις φροντίδας να μην δείχνουν αγάπη υπό όρους. Δηλαδή να μην τις κάνουμε μόνο όταν είμαστε ευχαριστημένοι με κάτι. Γιατί τότε τα παιδιά θα μάθουν ότι πρέπει να βοηθάμε τους άλλους μόνο αν περιμένουμε κάποια ανταμοιβή.

Επομένως με όλους αυτούς τους τρόπους οι γονείς μπορούν να επικοινωνήσουν την αγάπη τους στα παιδιά τους. Μιλώντας τους και με τις πέντε διαφορετικές γλώσσες αγάπης και δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην γλώσσα που το παιδί τους κατανοεί καλύτερα φροντίζουν να γεμίζουν το ντεπόζιτό τους με βενζίνη έτσι ώστε να μεγαλώσουν και να έχουν την κινητήρια δύναμη για να οδηγήσουν προς την κατεύθυνση που θα τα κάνει ευτυχισμένα.

 

Πηγές:

Arnall, Judy (2015). Πειθαρχία χωρίς τιμωρία. Αθήνα: Μάρτης.

Chapman, Gary (2002). Οι πέντε γλώσσες της αγάπης. Αθήνα: Κλειδάριθμος.

Jones-Smith, E. (2014). Theories of Counselling and Psychotherapy. Λονδινο: SAGE Publications.

 

Επαγγελματική σελίδα facebook: Βέρα Πρατικάκη - Ψυχοθεραπεύτρια